« Πρώτα προσπαθούν να σε αγνοήσουν, μετά να σε γελοιοποιήσουν, μετά να σε πολεμήσουν και μετά τους νικάς » (Γκάντι)
« Μας έχουν καταλογίσει τα πάντα, εκτός από αυτό που πραγματικά είμαστε και φοβούνται » (Ντεμπόρ)
English
English

Francais

Italiano

Espanol

Portuguese

Deutsch

Polska

Russian

   
Καλώς ήλθατε,
στον επίσημο δικτυακό τόπο
του Υπάτου Συμβουλίου των
Ελλήνων Εθνικών
Αρχική σελίδα
Σχετικά με το ΥΣΕΕ
Συχνές Ερωτήσεις
Δελτία Τύπου
Μ.Μ.Ε.
Γίνετε Μέλη
Κείμενα - αρχεία
Ιστορίες Αγάπης
Επικοινωνία
Εκδηλώσεις
Βασικά Ελληνικά τυπικά προς χρήση των Ελλήνων Εθνικών
Ονοματοδοσία
Γάμος
Κήδευση
Τα παραπάνω αποτελούν ένα βασικό σχεδίασμα τυπικών και μπορούν να προσαρμοστούν ή διαμορφωθούν ελεύθερα από τον καθένα Εθνικό θρησκευτή σύμφωνα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις που τον αφορούν.




Προτεινόμενοι δικτυακοί τόποι
«Εκατηβόλος»
Περιοδικό Διιπετές
Βλάσης Ρασσιάς
Ελλήνων Τόποι
Δελφύς - ΥΣΕΕ
ΥΣΕΕ Αμερικής
Ένωση Σαμίων Εθνικών
Μυθολογικό Εργαστήρι για παιδιά
 

Αναζήτηση στις σελίδες του ysee.gr
Powered by FreeFind
το ysee.gr έχει βελτιστοποιηθεί για τον Mozila FireFox



Ανθολογία Ποιημάτων του Κωστή Παλαμά

ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΑΝΑΓΛΥΦΟ
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΑΚΑΡΙΑΣ
ΟΙ ΘΕΟΙ
ΟΡΦΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ
Η ΑΠΟΚΡΙΣΗ
ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΥΜΟΥ
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ
ΟΙ ΠΟΛΥΘΕΟΙ
Η ΞΕΝΗΤΕΜΕΝΗ
H NIKH
ΟΥΡΑΝΙΑ
ΡΟΔΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΛΗΜΑ






ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΑΝΑΓΛΥΦΟ

Πως ακούμπησες άπραγα το δόρυ;
Τη φοβερή σου περικεφαλαία
βαριά πως γέρνεις προς το στήθος, Κόρη;
Ποιός πόνος τόσο είναι τρανός, ω Ιδέα,

για να σε φτάση! Οχτροί κεραυνοφόροι
δεν είναι για δικά σου τρόπαια νέα;
Δεν οδηγεί στο Βράχο σου την πλώρη
του καραβιού σου πλέον πομπή αθηναία;

Σε ταφόπετρα βλέπω να την έχη
καρφωμένη μια πίκρα την Παλλάδα.
Ω! κάτι μέγα, απίστευτο θα τρέχη ...

Χαμένη κλαις την ιερή σου πόλη
ή νεκρή μέσ' στο μνήμα και την όλη
του τότε και του τώρα, ωιμένα! Ελλάδα;

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΜΑΚΑΡΙΑΣ

Στης Αθήνας το χώμα ο Δίας ο Αγοραίος
βλέπει τα σπλάχνα του Ηρακλή γονατισμένα
στον άγγιχτο βωμό του ολάρφανα, έρμα, ξένα
ο Αργίτης φοβερός, ανήμπορο το χρέος.

Ψυχοπονετικός ο ρήγας ο Αθηναίος,
αλλ' ω σκληρότατος χρησμός που τρώει τα φρένα!
«Από το αίμα σου, ω τρισεύγενη παρθένα,
θα νικηθή ο ανίκητος οχτρός ο νέος!»

Κανένας δε σαλεύει, ωιμέ! παντέρμ' η ορφάνια!
Τότε γιομάτη απ' των ηρώων την περηφάνια,
μιας χώρας κ' ενός γένους λυτρωτής, ω θεία

τρισάξια θυγατέρα του μεγάλου Αλκίδη,
φέρνεις τα στήθια στης θυσίας το λεπίδι,
και τρισελεύτερη πεθαίνεις, Μακαρία!

 

ΟΙ ΘΕΟΙ

Και πρωτοείδε ο πρώτος άνθρωπος
του ήλιου την ανατολή,
και να της γλυκαποκρίνεται
γρίκησε μια μουσική,
χίλια λόγια, χίλια εγκώμια
προς της μέρας την πηγή.
Κι όλα, ω θάμα, κι όλα, κ' οι ύμνοι,
και τα λόγια και τα εγκώμια,
σκορπιστήκανε στα τετραπέρατα,
και τα σάρκωσαν οι αιώνες,
και γινήκανε φωτοθεοί
και αρμονίας τέρατα.

 

ΟΡΦΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ

Εξω από τους δρόμους των αστόχαστων,
λειτουργός και ψάλτης ορφικός,
έναν ύμνο ξαναφέρνω
μιας λατρείας πανάρχαιας προς το φως.
Ετρεξε ως τα τώρα ο λογισμός μου,
καταχωνιασμένος ποταμός
ξάφνισμα στο βούισμα των ανθρώπων
της κιθάρας μου ο ρυθμός.
Νύχτα ξεκινώ, νύχτ' ανεβαίνω
τη δυσκολανέβατη κορφή
θέλω μόνος, θέλω πρώτος
τ' απολλώνιο φως να χαιρετίσω,
ενώ κάτου στους ανθρώπους
θα είν' ακόμα ο ύπνος και το σκότος.

 

Η ΑΠΟΚΡΙΣΗ

Αμαδρυάδες, πάρτε με κι ακούστε με, Αιγιπάνες,
γάμου κρεββάτια στρώθηκαν, σπαράζει η λαγκαδιά,
να τ' Ανθεστήρια! κελαιδούν οι δελφικοί παιάνες,
πλέκονται λάγνα ειδύλλια σε δάση αρκαδικά.
Η μέθη η διονύσια ξεσπάει, λυσσάει, και λάμπει
ως που είν' η πλάση, και από που; Δεν ξέρω αν είμ' εγώ,
ο μέγας Παν εχώρεσε στην αγκαλιά μου, ω θάμπη!
Με των στοιχείων την άγρια, την άγια ζήση ζω.
Το δώρο των υπέρκαλων γαλήνιων οραμάτων,
ω Χρυσομίτρα, μου έφεραν οι τρεις θεές κ' οι εννιά
στα μέτωπα και στ' άχραντα κορμιά των αγαλμάτων
την αφρογένεια χόρτασα των όλων Ομορφιά.
Ακούω τ' αηδόνια, αντιλαλούν τ' αηδόνια οι Σοφοκλήδες,
Αισχύλειοι, ωκεάνειοι, ω γόοι προφητικοί!
Σε μια ματιά ολοπράσινες αγνάντια μου Ατλαντίδες
γεννιούνται από την άβυσσο και χάνονται σ' αυτή.
Θαλασσομάχοι Φοίνικες με φέρανε από πέρα,
ο χαροκόπος είμ' εγώ κι ο κοσμογυριστής
τέχνες, μιλήματα, είδωλα ξαφνίζουν τον αέρα.
Νυφάδες, αγκαλιάστε με, Σάτυροι, ακούστ' εσείς.
Και Σάτυροι και Κένταυροι, νυφάδες Αμαδρυάδες,
κ' οι Ελλάδες οι χρυσόλαλες μου είπαν με μια φωνή,
μέσ' από χώρες και βουνά, δάση, κορφές, πεδιάδες:
«Για σε το αθάνατο κρασί δεν είναι, ω μεθυστή!»
Και η Ταναγραία η λυγερή και η φοβερή Κασσάντρα,
Μαινάδες κισσοστέφανες, Ολύμπιοι θεοί,
απ' τη σπηλιά της Καλυψώς ως τη σοφή Αλεξάντρα,
οι Ελλάδες οι μουσόθρεπτες μου είπαν με μια φωνή:
«Σώπα, χλωμέ καλόγερε, λάλε και χαύνε, σώπα,
στο μοναστήρι γύρισε και κλείσου στο κελλί!»
Και των Πινδάρων οι ήρωες κ' οι θέαινες του Σκόπα
γελούνε, και το γέλιο τους βροντόκραχτα αντηχεί.

 

ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΥΜΟΥ

ΟΙ ΚΑΛΟΓΕΡΟΙ
Είμαστ' οι άνεργοι και οι άχαροι,
και της ζωής είμαστ' εμείς οι καταλαλητάδες,
για να πατάμε και να σβήνουμε είμαστε
τα ωραία και τ' αληθινά, τ' άνθια και τις λαμπάδες.
Τον ήλιο και τα ηλιόχαρα οχτρευόμαστε,
και τις αγάπες της καρδιάς και του παιδιού τα γέλια,
με νεκροσάβανο σκεπάζουμε
το Λόγο τον τετράψυχο στα γαληνά Βαγγέλια.
Είμαστ' ο κούφιος ήχος ο παράταιρος
στων κεραυνών το ταίριασμα και στων κελαιδημάτων,
χαλάσματα και σκιάχτρα κάνουμε
τους θείους ναούς και τα λευκά κορμιά των αγαλμάτων.
Μα να ο ραγιάς τα σύντριψε τα σίδερα,
«Ζωή!» ο Τεχνίτης έκραξε, Σοφέ, αλαλάζεις «Νίκη!»
φύγαμε τότε και τρυπώσαμε
μέσ' στων ερήμων τις μονιές και γίναμεν οι λύκοι.
Και τώρα κάθε που απαντήσουμε
την Υπατία την άτρομην Ιδέα την αστρομάτα,
τη σφάζουμε, τη χιλιοκομματιάζουμε,
και - ω λύσσα! - τα κομμάτια της τα ρίχνουμε στη στράτα.

Η ΒΕΡΓΑ ΤΟΥ ΖΩΙΛΟΥ
Στην πλάση, από της θάλασσας τη μάνητα
ως τον τριγμό του σαρακιού, κι απ' το βουνό ως το χνούδι,
και μέσα στα βουβά και μέσ' στ' ασίγητα,
στα πάντα δυσκολόβρετο κοιμάται ένα τραγούδι.
Και το τραγούδι το ξυπνάνε οι Ομηροι,
σάρκα του δίνουν, ψυχή, φως, το κάνουν πλάσμα και άστρο,
κ' ύστερα. εσείς, κιθάρες δρόμο δόστε του!
Με το τραγούδι υψώνεται της Πολιτείας το κάστρο,
μέσ' στο τραγούδι ο Νόμος πρωτοβλάστησε,
κι από της λύρας τα όνειρα τα έργα τα μεγάλα
οι δόξες των εθνών των κοσμοξάκουστων
κρατούνε πρωτοβύζαχτο του τραγουδιού το γάλα.
Για τούτο πλάστες και προφήτες οι Ομηροι,
αταίριαστοι, αδασκάλευτοι, άκακοι, ξένοι, ωραίοι
μέσα στη θεία τους γλώσσα την αγράμματη
Ηρώων αλαλάζει λαός, μιας μάννας καρδιά κλαίει.
Μέσα στη θεία τους γλώσσα την αγράμματη
με πρόσωπο Πεντάμορφης είναι γραμμέν' η Ιδέα,
ζωές, αλήθειες, πάθια, λαχταρίσματα,
κι όλα όσα λέτε, αστόχαστοι και ανίδεοι, χ υ δ α ί α !
Για τούτο καταριέστε το τραγούδι τους,
που ρέει γοργά με τα νερά ψηλάθε τα καθάρια,
εσείς, του Ξεπεσμού λουλούδια ατίμητα
σας έχει ο νους απόπαιδα κ' η ασκημιά βλαστάρια!
Για τούτο, αν κάνουν οι Ομηροι να τρέμετε,
τρομάρα του ανεμόδαρτου στο δέντρο απάνω φύλλου,
των Ομήρων τους ίσκιους δεν τους τρέμετε.
Κι αυτούς χτυπάτε, παίρνοντας τη βέργα του Ζωίλου!

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Μόνος. Εν' άδειο απέραντο τριγύρω μου,
και μιας πολέμιας χλαλοής ασώπαστη η φοβέρα.
Κι όταν εκείνη κατακάθεται,
μόνος, θανάσιμη σιωπή παγώνει πέρα ως πέρα.
Μόνος. Μ' αρνήθηκαν οι σύντροφοι,
κι από το πλάι μου γνωστικά τ' αδέρφια τραβηχτήκαν.
Μ' έδειξε κάποιος. - Νά τος! - Καταπάνω μου
γυναίκες, άντρες, γέροντες, παιδιά, σκυλιά ριχτήκαν.
Το χέρι το ακριβό της Οδηγήτρας μου,
που με κρατούσε, ανοίχτηκε προς άλλα χάιδια ... Μόνος.
Σε βάθη μυστικά περνούνε αστράφτοντας
των ασκητάδων οι χαρές, του μαρτυρίου ο θρόνος.
Φωτιά 'βαλαν, το κάψανε το σπίτι μου,
και σύντριψαν τη λύρα μου με τη βαθιά αρμονία.
Την Πολιτεία δυό Λάμιες τη ρημάζουνε:
η λύσσα του καλόγερου, του δασκάλου η μανία.
Της Πολιτείας η πόρτα κλείστηκε,
με διώξανε, έρμος βρέθηκα στα έρμα μονοπάτια
και της Ιδέας της αστρομάτας, που έσφαξαν
από τη στράτα μάζωξα τα ολόφωτα κομμάτια.
Και τάσπερνα στο διάβα μου, και φύτρωναν
εδώ παράδεισοι, κ' εκεί βασίλεια, κ' εκεί πέρα
παλάτια κ' εκκλησιές και δρακοντόκαστρα.
Κι όλα στην ίδια ευφραίνονταν ανύχτωτην ημέρα.

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ

...
Κι απ' τις πόρτες διάπλατες που ανοίξανε
κόσμος βγαίνει, κι αργοπάτητο
σέρνει και βαρύ το πόδι,
κ' είναι μια πομπή, και δε γνωρίζεις
δέξιμο κι αν είναι, ξεπροβόδισμα,
γάμος, λιτανεία ή ξόδι.

Κ' είναι συνοδειά χωρίς ξαφτέρουγα
και χωρίς σταυρούς και λάβαρα
και βαγγέλια και παπάδες
ποιάς λατρείας μυστήρια είν' αυτά;
Δεν τα διαλαλούν ψαλμοί,
δεν τους φέγγουνε λαμπάδες.

Και γυναίκες ούτε, ούτε παιδιά
κι άντρες μοναχά ασπρομάλληδες
και μισοκοπιές και παλληκάρια
κ' έρχονται με κόπο και σκυφτοί
σαν από κρυψώνες μέσ' στη γη,
σαν από τ' ανήλιαγα κελλάρια.

Κοντοστέκουν και τρικλίζουν
ασυνήθιστο σα νάχουν
κάτου από τον ήλιο τέτοιο δρόμο
και τα μέτωπα στα χέρια τους
σάμπως από θάμπος κι από τρόμο.

Κ' έτσι παν, και τους τρομάζουν
το φως του ήλιου, πέρα η θάλασσα,
τ' ακροούρανα, κι ο αέρας,
κι ο ουρανός απάνω τους, και γύρω τους
η μεγάλη πλάση και η ζωή
και το παίξιμο της μέρας.

Κ' είναι σα βγαλμένοι από 'να σκύψιμο
σε παλιά βιβλία δυσκολοσίμωτα,
και σε συναξάρια,
και σε κάτι τι ακριβότερο
απ' τ' αράπικα τοπάζια, απ' τα χουρμούζικα
τα μαργαριτάρια.

Κ' είναι σα βγαλμένοι από λογάριασμα
μπρος σε γιατροσόφια απάντεχα,
σε δυσκολοξάνοιχτα δεφτέρια.
Κι όλοι καθώς έρχονται κλιτοί,
και καθώς αργοζυγώνουν,
τι κρατάνε μέσ' στα χέρια;

Και ραβδιά κρατάν προσκυνητάδων
και διαλαλητών ακροστεφάνωτα
μ' αγριλιάς και με μυρτιάς κλωνάρια
τραχιά ηχούν τα σάνταλα τους χοντροκάρφωτα
κρέμουνται στους ώμους τους
ταξιδιώτικα ταγάρια.

Κ' ένας ένας κι από δύο
κι από τρεις ανταμωμένοι,
κι από τέσσεροι κι ακόμα
πιο πολλοί, κρατάν και σφίγγουν
τυλιγάδια και βιβλία
σε χρυσές κ' ελεφαντένιες
πλούσια σκαλισμένες θήκες,
και πηγαίνουν με κείνα,
και στα χέρια και στους ώμους
και στους κόρφους τα βαστάνε,
λείψαν' άγια σάμπως νάναι
και θαματουργές εικόνες
και βαριά σταμνιά γιομάτα
με τη στάχτη των προγόνων.
Τυλιγάδια και βιβλία
πόχουν πρόσωπα πορφύρες,
που είν' οι σάρκες τους μετάξια,
και λογής λογής το μάκρος
και το σχήμα και το χρώμα.
Σκεπασμένα και μακριάθε
τα θωρείς και λες πως είναι
στύλοι, λες βωμοί σβησμένοι
και σημαίες και θυματήρια
και ρηγάδικες κορώνες.
Σαν θεών αγάλματα είναι,
σαν ανάγλυφα είν' ηρώων,
προφητών οράματα είναι,
και κιβούρια και μνημούρια.
Τάματα είναι και τα πάνε
να τ' αφήσουνε στα πόδια
κάποιων είδωλων και κόσμων
που τα καρτεράν και στέκουν
και γιορτάζουν πανηγύρια
μέσα σε ναούς και τόπους,
πέρα ολόμακρα, και στέκουν
κ' οι ναοί κ' οι τόποι και όλα
και προσμένουν και προσμένουν
να φωτοντυθούν με κείνα.

«Τ' είναι τα δεφτέρια που κρατάτε
τα περγαμηνά,
σεβαστά κοπάδια που τραβάτε
σα διωγμένα από κακοκαιριά;
Και σε τούτα τα βιβλία,
και στα μνήματα ολ' αυτά,
ποιά διαμάντια, ποιά σοφία,
ποιοί νεκροί, ποιά κόκκαλα ιερά;»

Κάτι σάλεψε, κυμάτισαν τα πλήθη,
ξέσπασε φωνή και μου αποκρίθη:

«Είν' εδώ κλειστοί μέσ' στα κιβούρια,
μέσ' στα τυλιγάδια είναι κρυμμένοι,
- για νεκρούς η πλάση ας μην τους κλαίη! -
ω οι πηγές οι αθόλωτες της Σκέψης,
οι ασυγνέφιαστοι της Τέχνης ουρανοί,
οι Αθάνατοι κ' οι Ωραίοι.

Κ' είναι της Αλήθειας οι διδάχοι,
της ακέριας Ομορφάδας οι πιστοί,
γέροι, απείραχτοι, όλο νέοι,
και ήλιοι που σου δίνονται να τους χαρής
πάντα μέσ' στο δρόσος κάποιου Απρίλη
οι Αθάνατοι κ' οι Ωραίοι.
Από τους γιαλούς της Ιωνίας
κι από της Αθήνας τον αέρα
που όλα πνέματα τα κάνει καθώς πνέει,
κι από της Ελλάδας τ' αγνά χώματα,
η Σοφία, ο Λόγος, ο Ρυθμός
οι Αθάνατοι κ' οι Ωραίοι.

Κ' είναι οι Πλάτωνες, και πίσω τους,
της Ιδέας ήρωες, οι φιλόσοφοι,
κ' η Αρετή μ' αυτούς «η λεβεντιά είμαι!» λέει
κ' είναι οι Ομηροι, και πίσω τους
όλοι οι ψάλτες και των Ολυμπων οι πλάστες
οι Αθάνατοι κ' οι Ωραίοι.

Τη στερνή πατρίδα τους την παρατάν
από φύσημα διωγμένοι ορμητικώτατο,
γύφτοι γίνονται κ' Εβραίοι,
όμως πάντα, κ' ερμοσπίτες, νικητές
και του κόσμου γίνονται πολίτες,
οι Αθάνατοι κ' οι Ωραίοι!»

«Τους γνωρίζω, τους γνωρίζω,
- μίλησα κ' εγώ, -
τους γνωρίζω και τους διαλαλώ
ξέρω απ' όλα τα τραγούδια
μα για να τα πω,
τα ταιριάζω τα τραγούδια
στο δικό μου το σκοπό».

Και το λόγο που αρχινήσαν
έτσι τον τελειώνω εγώ:
«Και σπρωγμένοι ως εδώ πέρα
οι Αθάνατοι κ' οι Ωραίοι
από ανέμους και φουρτούνες
και σεισμούς και χαλασμούς,
και καραβοτσακισμένοι
και σκληρά κατατρεμένοι
κι από ξένους και δικούς!

Και κρυψώνες ηύρανε και σκήτες,
μοναστήρια και κελλιά,\
κ' ηύρανε παλάτια και σκολιά,
και δεν ηύρανε τον ήλιο
και τη λευτεριά,
και δεθήκαν κι αρρωστήσαν
και χτικάσιαν τ' απολλώνια τα κορμιά
και γινήκαν βρυκολάκοι και στοιχιά.
Βρήκαν κάτεργα και κάστρα
και μια πλάση ξένη, μια στενή
πλάση ξελογιάστρα.
Ορνια γίνανε μπαλσαμωμένα,
λείψανα λυπητερά,
και μαρμαρωμένα βασιλόπουλα,
η ζωή και η νιότη και η χαρά.
Γίνανε ή σαν άρρωστα λουλούδια
τροπικά στα θερμοκήπια,
ή φυτρώσανε μαζί
με τα χόρτα που αγκαλιάζουνε τα ερείπια.
Ζήσανε κουλουριασμένοι
μέσ' στου δασκάλου τα χέρια,
κι αποκάτου απ' την κοντόφωτη ματιά,
ζήσανε ζωή μέσ' στα δεφτέρια,
ζήσανε ζωή μέσ' στη σκλαβιά,
ζήσανε ζωή τυραγνισμένη,
και τους ηύρε μια λατρεία καταραμένη
σαν τα βάσανα και σαν τα καταφρόνια,
χίλια χρόνια, χίλια χρόνια!»

Κι απ' τους πάπυρους εκείνους μια ψυχή
θάρρεψα πως χύθη,
και γρικήθηκ' ένας ύμνος θριαμβευτής,
κι απ' των τάφων έβγαινε τα βύθη:

«Θα διαβούμε και στεριές και πέλαγα,
θα σταθούμε όπου το πόδι δεν μπορεί
Τούρκου κανενός να μας πατήση
από την πατρίδα μας διωγμένοι,
και σβησμένοι απ' την Ανατολή,
θ' ανατείλουμε στη Δύση.

Οπου πάμε, θάβρουμε πατρίδες
και θα πλάσουμε, απ' το Βόσπορο
χαιδευτά συνεβγαλμένοι ως τον Αδρία
θα φωλιάσουμε στη Βενετιά,
θα ξαναρριζώσουμε στη Ρώμη,
θα μας αγκαλιάση η Φλωρεντία.

Τ' Αλπεια τα βουνά θα δρασκελήσουμε,
θα ξαφνίσουμε τα ρέματα του Ρήνου,
στου Βοριά θ' ασπροχαράξουμε τα σκότη,
θα χυθούμε σα μαγιάπριλα του νου
όπου τόποι, όπου γεράματα, θα σπείρουμε
μιαν Ελλάδα και μια νιότη.

Και πλανήτες με δικό μας φως,
το δικό μας φως θα ρίξουμε
όπου θάμπωμα και βράδιασμα στη φύση
κι ο ασκητής θα φιλιωθή με τη ζωή
και το γάλα της χαράς ξανά θα πιής,
νηστευτή, κ' ένα κρασί θα σε μεθύση.

Και ο Κελτός και ο Γότθος κι ο Αλαμάνος,
κάθε βάρβαρος μ' εμάς θ' αναγαλλιάσει,
κι ο Ιταλος απ' όλους πρώτα
ρασοφόροι και ποντίφικες
θα προσπέσουνε στα πόδια της Ελένης
και τον κύκνο θα λατρέψουνε του Ευρώτα.

Του οικοδόμου θα του δείξουνε ρυθμούς,
νόμους του σοφού, σ' εμάς θα τρέξουν
όμοια κυβερνήτες και τεχνίτες,
πύργοι θα υψωθούν και πολιτείες,
και παντού ξανά θα στηλωθούν
των καλών και των ωραίων οι δικιοκρίτες.

Μόλις βγούμε απ' αυτό δα το κοιμητήρι
προς το φως και στα τετράπλατα του αέρα,
σαν τα πρώτα θάβρουμε τα νιάτα,
κ' έξω απ' τα στενά κιβούρια,
Καίσαρες κι Αλέξαντροι, θ' ανοίξουμε,
με του Λόγου το σπαθί, τη στράτα.

Ολυμπων κορφές και Παρνασσών!
Κι απ' τη σκέψη κι απ' τα μέτρα μας
γίνονται άνθρωποι και Παρθενώνες
πέρα ως πέρα στην ψυχή μια νεκρανάσταση!
Το μεγάλο Πάνα ολόχαροι
ξαναπροσκυνούν οι αιώνες.

Κ' οι κακόσορτοι σοφοί και οι στέρφοι
δάσκαλοι, που χρόνια και καιρούς
έτσι μας κρατούσανε σαβανωμένους
και μαζί μας πάνε σέρνοντάς μας,
άγια στερνολείψανα
του χαμένου Γένους,

έτσι βλέποντας μας χρυσοφτέρουγους
από μέσα από τα χέρια τους να φεύγουμε
σε αποθέωση που δε θα ξαναγίνη,
θα πιστέψουν πως σαρκώθηκαν χρυσόνειρα
κι από της θεότης μας τ' αντίφεγγα
σαν ημίθεοι θα φαντάξουν ως κ' εκείνοι!»

 

ΟΙ ΠΟΛΥΘΕΟΙ

Μακαρισμένος εσύ που μελέτησες
να τον ορθώσης απάνω στους ώμους σου
το συντριμμένο ναό των Ελλήνων!
Του Νόμου τ' άγαλμα σταίνεις κορώνα του,
στις μαρμαρένιες κολώνες του σκάλισες
τους λογισμούς των Πλωτίνων.

Είδες τον κόσμο κι ατέλειωτο κι άναρχο
ψυχών και θεών, μαζί κύριων και υπάκουων,
σφιχτοδετά κρατημένη αρμονία
και των καπνών και των ίσκιων τα είδωλα
παραμερίζοντας όλα, ίσα τράβηξες
προς την Αιτία
και σε κρυψώνα ιερό, και σωπαίνοντας
έσπειρες, έξω απ' το μάτι του βέβηλου,
κ' έπλασες λιόκαλη εσύ σπαρτιάτισσα
τη θυγατέρα σου την Πολιτεία.

Στους χριστιανούς τους μισόζωους ανάμεσα
ξαναζωντάνεψες Ολυμπους άγνωρους,
έθνη καινούριων αθανάτων κι άστρων
μέσα σε σένα Λυκούργοι και Πλάτωνες
απαντηθήκαν, το λόγο ξανάνιωσες
των Ζωροάστρων.

Κι αφού το τέκνο μεγάλωσες, ένιωσες
τότε μονάχα την κούραση, κ' έγυρες
ζωή κατόχρονη ισόθεης σκέψης,
κι αλαφροπήρε σε ο θάνατος κ' έφυγες
το μυστικό, τρισμκάριε, τον ίακχο
με τους Ολύμπιους θεούς να χορέψης.

Σοφός, κριτής και προφήτης μας μοίρασες
από το γάλα που εσένα σε πότισε
της ουρανίας Αφροδίτης η ρώγα.
Του κόσμου αφήνεις το τέκνο, το θάμα σου
μα ο μισερός κι ο στραβός κι ο ζηλόφτονος
λυσσομανάει και το ρίχνει στη φλόγα.

Ομως ο αέρας τριγύρω στη φλόγα σου
πνοή σοφίας κι αλήθειες πνοή γίνεται,
κι από τη θράκα της φλόγας πετάχτη
στον ήλιο ολόισα ένας νους μεγαλόφτερος
τ' αποκαίδια σου κρύβουμε γκόλφια μας,
και θησαυρός της φωτιάς σου είν' η στάχτη!

 

Η ΞΕΝΗΤΕΜΕΝΗ

...
Χιλιάδες χρόνια πέρασαν για να φανής και πάλι!
Ω! δόξα νάχη τάγνωστο λισγάρι του χωριάτη
που κύλισε του τάφου σου την πέτρα κι αναστήθης!
Κ' είδες τον κόσμο αλλοιώτικο, και την Ελλάδαν άλλη
και ξένη την Ανατολή και βάρβαρη τη γη σου,
και σα να μην τη γνώρισες, διάβηκες προς τη Δύση!

Γύρισε πάλι, γύρισε στα μέρη που εγεννήθης!
Οτι κι αν είσαι, δύναμη, βασίλισσα, όνειρο, ίσκιος,
θεά της ομορφιάς, πηγή της αρετής, ω Νίκη,
γύρισε πάλι, ω γύρισε στα μέρη που εγεννήθης.

 

H NIKH

Εδώ στο ελληνικό το χώμα,
το στοιχειωμένο και ιερό,
που το ίδιο χώμα μένει ακόμα
κι απ' τον αρχαίο τον καιρό,

στο χώμα τούτο πάντα ανθούνε
κ' έχουν αθάνατη ζωή
και μας θαμπώνουν, μας μεθούνε
νεράιδες, ήρωες, θεοί!

Είδα τη Νίκη τη μεγάλη,
τη Νίκη την παντοτεινή!
Την είδα εμπρός μου να προβάλλη
με φορεσιά ολοφωτεινή.

Ασύγκριτη σαν την ιδέα,
σαν όνειρο λαχταριστή,
είδα τη Νίκη την αρχαία,
τη Νίκη την κυματιστή!

Την είδα. Με το πέταμά της
δεν έφευγε στους ουρανούς,
εκεί που δύσκολα σιμά της
μπορεί να κρατηθή κι ο νους.

Δεν έτρεχε να φτάση πρώτη,
να στεφανώση φτερωτή
το λιονταρόκαρδο στρατιώτη,
τον εμπνευσμένο τον ποιητή.

...
Την είδα να περνά μπροστά μου
με φορεσιά ολοφωτεινή
και λύγισα στη γη εκεί χάμου
κ' έκραξα με τρανή φωνή,

γονατιστός, με θαμπωμένα
μάτια, με λαύρα περισσή:
«Χαίρε θεά, χαίρε παρθένα,
Ω Νίκη, ω Νίκη, ω Νίκη Εσύ!

Εσύ που δείχνεις πως ανθούνε
εδώ μ' αθάνατη ζωή,
πως μας εμπνέουν και μας μεθούνε
νεράιδες, ήρωες, θεοί!»

 

ΟΥΡΑΝΙΑ

...
Ηλιε, εσύ, πηγή αστείρευτη
κάθε ζωής, εικόνα
του ωραίου υπερτέλεια
και του Απείρου κορώνα.

Πριν αρχίσουν το διάβα τους
των θεών οι λεγεώνες,
πρώτο θεό σε αγνάντεψαν
και μοναχόν οι αιώνες.

Και πάλι θεός ύστατος
σε νεκρική λαμπάδα
του τελευταίου θρησκεύματος
θα φέξης την κρυάδα.

Η γη μας γη άφθαρτων
αερικών και ειδώλων,
πασίχαρος και υπέρτατος
θεός μας είν' ο Απόλλων.

Στα εντάφια λευκά σάβανα
γυρτός ο Εσταυρωμένος
είν' ολόμορφος Αδωνις
ροδοπεριχυμένος.

Η αρχαία ψυχή ζη μέσα μας
αθέλητα κρυμμένη,
ο Μέγας Παν δεν πέθανεν,
όχι, ο Παν δεν πεθαίνει!

...
Μιαν αυγή χειμωνιάτικη
που φορούσε κορώνα
την καταχνιά, σαν όραμα
είδα τον Παρθενώνα.

Μαγικό μισοδιάφανο
τον έζωνε μαγνάδι
στον ήλιο αγνάντια, κ' έλεγεν:
- Εγώ είμαι το σημάδι

του ωραίου που δείχνει απόμακρα
στην πλατωσιά του Απείρου
και τ' άσπρο στέρεο μάρμαρο
σαν τον αχνό του ονείρου.

Θαύμα θαυμάτων μέσα μου
σαλεύει, ενώ κοιμάται...
Αδέλφια μου, να πλάσουμε
νέαν θρησκείαν ελάτε!

Ασάλευτη, πανύψηλην
αλήθεια, ένα παλάτι
των όλων για όλους! Αφραστη
θρησκεία που νάχει κάτι

πλέον βαθύ απ' τον Ερωτα,
πιο μέγα απ' τη Θυσία,
και κάτι πλέον απέραντο
κι απ' την Αθανασία!

 

ΡΟΔΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΛΗΜΑ

Εφέτος άγρια μ' έδειρεν η βαρυχειμωνιά
που μ' έπιασε χωρίς φωτιά και μ' ηύρε χωρίς νιάτα,
κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά
στη χιονισμένη στράτα.

Μα χτες καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Μαρτιού
και τράβηξα να ξαναβρώ τ' αρχαία τα μονοπάτια,
στο πρώτο μοσκοβόλλημα ενός ρόδου μακρινού
μου δάκρισαν τα μάτια.






«Είμαστε οι Ινδιάνοι της Ελλάδος»


 



Δελτίο Τύπου 185 / 13. 5. 2006

Με ημερομηνία 7 Μαϊου 2006 απεστάλη Υπόμνημα του Υπάτου Συμβουλίου των Ελλήνων Εθνικών (ΥΣΕΕ) αναφορικά με την ανάγκη για:

  1. ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ
  2. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΥΤΗΣ ΩΣ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ «ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ»
  3. ΘΕΣΜΙΚΗ ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΙΣΟΝΟΜΙΑΣ, ΙΣΟΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΙΣΗΓΟΡΙΑΣ ΤΗΣ

στους κ.κ. Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, Πρωθυπουργό της Ελλάδος, Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Υπουργό Πολιτισμού,

με κοινοποίηση σε 16 ακόμα σχετιζόμενους με το ζήτημα φορείς (διεθνείς Οργανισμούς, Ελληνικά πολιτικά Κόμματα, Μη κυβερνητικές Οργανώσεις, κ.ά.).

Το κείμενο του Υπομνήματος βρίσκεται εδώ



  Αναφορά στο υπόμνημα του ΥΣΕΕ προς την κυβέρνηση σχετικά με τα δικαιώματα των Ελλήνων Εθνικών από την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ του Σάββατου 13.5.2006

[ δείτε την σελίδα ]



Το 7ο Παγκόσμιο Συνέδριο Εθνικών Θρησκειών
, που είχε θέμα «Οι Υψηλές Αξίες των Προχριστιανικών Παραδόσεων και Θρησκειών», πέρασε πια στην Ιστορία, όχι τόσο ως το μεγαλύτερο έως τώρα πολιτιστικό γεγονός στην Ελλάδα σε ό,τι αφορά τον σεβασμό στις προχριστιανικές παραδόσεις των λαών της γής , αλλά, κυρίως, ως ένα πέρα για πέρα επιτυχημένο διεθνές συνέδριο ...
[ περισσότερα ]

 © Πνευματικά δικαιώματα Ύπατο Συμβούλιο των Ελλήνων Εθνικών
Τα περιεχόμενα καθώς και οι υπηρεσίας του δικτυακού τόπου ysee.gr διατίθενται στους επισκέπτες του για προσωπική χρήση και ενημέρωση και δεν επιτρέπεται η χρήση αυτών για εμπορικούς σκοπούς με οποιοδήποτε άλλο μέσο, ηλεκτρονικό ή μη, χωρίς την έγγραφη άδεια του Υ.Σ.Ε.Ε. Επιτρέπεται η χρήση αυτών σε άλλους δικτυακούς τόπους εφόσον υπάρχει αναφορά και σύνδεση με το ysee.gr. Δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση των περιεχομένων του δικτυακού τόπου ysee.gr για υβριστικούς ή δυσφημιστικούς σκοπούς. Το Υ.Σ.Ε.Ε. δεν φέρει ευθύνη για το περιεχόμενο άλλων ιστοσελίδων στις οποίες μπορεί να οδηγούν συνδέσεις από το ysee.gr καθώς και για το περιεχόμενο των κειμένων που αναρτώνται στην Αγορά από τους χρήστες.