του Αλαίν ντε Μπενουά

Το γεγονός ότι οι επίλεκτοι είναι μία αναγκαιότητα σε κάθε κοινωνία με στοιχειώδη οργάνωση, είναι αυταπόδεικτο και εύκολα αντιληπτό. Το αποδεικνύει η ιστορική εμπειρία. Δεν γνωρίζουμε κανένα παράδειγμα ανεπτυγμένης κοινωνίας που δεν ανέδειξε τους επιφανείς της...

Η ιδέα των επιφανών, αντίθετα από ό,τι πολλοί πιστεύουν, δεν είναι μία ηθική ιδέα, αλλά ένα απλό κοινωνικό δεδομένο. Οι όροι «επιφανής» (ή «επίλεκτος») και «αριστοκράτης» δεν είναι συνώνυμοι. Σε κάθε αριστοκρατία υπάρχουν και επιφανείς, ωστόσο όλοι οι επιφανείς δεν είναι αριστοκρατικοί. Το να είναι κανείς επιφανής ή επίλεκτος, σημαίνει απλώς το να αναδεικνύεται ως ένας από τους «καλύτερους». Όμως «καλύτερους» σχετικά με τι;

... Η έννοια τους «επιφανούς» ή «επιλέκτου» αναφέρεται στον μικρό αριθμό εκείνων που στο εσωτερικό κάθε συλλογικότητας, είτε κοινωνικής, είτε επαγγελματικής, είτε οποιασδήποτε άλλης, ενδιαφέρονται να έχουν και έχουν τις καλύτερες επιδόσεις σε ό,τι αφορά τις ειδικές απαιτήσεις αυτής της συλλογικότητας... Εδώ ο αστικός ορισμός του «επιλέκτου», ο οποίος εστιάζει μόνον στους επιχειρηματικούς παράγοντες της ευφυϊας, και μάλιστα της ευφυϊας στην οποία αναφέρονται οι ψυχομετρητές, φαίνεται ελάχιστα έγκυρος.

Οι κάτοχοι του «συντελεστή ευφυϊας» δεν σκέπτονται αναγκαστικά και υποχρεωτικά με τον ορθότερο τρόπο, ούτε και έχουν τα περισσότερα και ισχυρότερα προτερήματα του χαρακτήρα. Αμέτρητοι είναι μέσα στην Ιστορία οι αυτοχειροτόνητοι επίλεκτοι που πρόδωσαν τις αξίες που υποτίθεται ότι ενσάρκωναν. Ήδη από το 1885 ο Νίτσε τόνιζε: «Το πνεύμα μόνο του δεν αυτοχειροτονείται ευγενές. Αντίθετα χρειάζεται κάποιον παράγοντα που να μπορεί να το καταστήσει ευγενές».

Το συμπέρασμα είναι λοιπόν ότι η εποχή μας δεν χρειάζεται καινούργιους αυτοχειροτόνητους επίλεκτους. Οι τωρινοί καιροί ζητούν πραγματικούς επίλεκτους, που να είναι περισσότερο χαρακτήρες παρά ευφυϊες, που να χαρακτηρίζονται περισσότερο από γερές σπονδυλικές στήλες παρά από γερά μυαλά.

... Εκείνο που χαρακτηρίζει τους επιφανείς είναι η ισορροπία που υπάρχει ανάμεσα στα δικαιώματα που απονέμουν στους εαυτούς τους και στα καθήκοντα που αναθέτουν στους εαυτούς τους... Οι επιφανείς δίνουν στον εαυτό τους τα περισσότερα δικαιώματα γιατί αναθέτουν στον εαυτό τους τα περισσότερα καθήκοντα. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η μεγαλύτερη αρετή του επιφανούς είναι το ότι τα παίρνει «όλα επάνω του». Πιστεύει ότι όλα τον αφορούν και συγχρόνως γνωρίζει ότι δεν υπάρχει κανείς πάνω από αυτόν, στον οποίο να μπορεί να μεταβιβάσει τις ευθύνες του...

Για τον Φρειδερίκο Νίτσε, η ηθική των επιφανών ήταν μια ηθική θετικότητας, αντίθετα από την «ηθική των δούλων», όπως την περιέγραφε, στην οποία δεν έβλεπε παρά μία ηθική αιώνιας αμφισβήτησης, κοινωνικού σχίσματος και ιδίως μνησικακίας. «Ποιος είναι ευγενής;» ρωτούσε το 1885 και απαντούσε αμέσως μετά με μία απαρίθμηση χαρακτηριστικών: «τα χαρακτηριστικά του ευγενούς είναι η φροντίδα των λεπτομερειών, η όψη της σιγουριάς που χρησιμοποιεί η αυτοκυριαρχία για να αμυνθεί απέναντι στην αδιακρισία των άλλων, η ηρεμία των κινήσεων και του βλέμματος, η άρνηση των ευτελών τιμών και κολακειών, η πεποίθηση ότι η ψυχική επικοινωνία δεν είναι εύκολη, η βεβαιότητα ότι οι υποχρεώσεις του είναι κυρίως προς τους ίσους του, η αίσθηση ότι πάντοτε έχει κανείς κάτι να μοιράσει στους άλλους, η απόλαυση των καλών τρόπων και των ωραίων μορφών, η δυσπιστία προς όλες τις εκδηλώσεις υποτιθέμενης αφέλειας, η πεποίθηση ότι η ίδια η ευγένεια αποτελεί Αρετή, η δυνατότητα λησμοσύνης περισσότερο παρά συγχώρεσης, η αγάπη για την πραγματική απλότητα, η απέχθεια για τις επιπόλαιες γενικεύσεις, η ικανότητα να διατηρεί και να αντέχει τις μακρές εχθρότητες, η αηδία για την δημαγωγία, για την κουτοπονηριά και την χυδαία οικειότητα, η ικανοποίηση από το τέλειο έργο, η συνήθεια συλλογής πολυτίμων πραγμάτων, η ολοκληρωμένη συμμετοχή στην ζωή ταυτόχρονα με την διατήρηση των απαραίτητων αποστάσεων, η πεποίθηση ότι το να ξέρει κανείς να ζει και να πεθαίνει είναι ένα και το αυτό».

«Το πάθος του ευγενούς είναι ειδικής φύσης» προσθέτει ο Νίτσε. «Είναι η χρησιμοποίηση ενός σπάνιου μέτρου, σχεδόν παράλογου για τους άλλους, είναι η αίσθηση θερμότητας σε πράγματα που για τους άλλους είναι ψυχρά, είναι η αποθέωση αξιών για τις οποίες δεν έχει ακόμα εφευρεθεί ένα μέτρο, είναι η θυσία σε βωμούς Αγνώστων Θεών, είναι η μεγαλοφροσύνη και η αυτοϊκανοποίηση που ξεχειλίζει και μοιράζει τα δώρα της στους ανθρώπους και στα πράγματα»

Η ηθική των ευγενών είναι μία ηθική που λογοδοτεί στον ίδιο της τον εαυτό. Δεν είναι μια ηθική «γραπτού δικαίου» με κώδικες και δεκαλόγους. Είναι η έκφραση μιας άμεσης και προνομιακής σχέσης ανάμεσα στον εαυτό και την υπέρβασή του, ανάμεσα σε εκείνον που ζει και σε εκείνο που δίνει έννοια και περιεχόμενο στην ζωή. Μία κοινωνία ευγενών δεν είναι κοινωνία αμαρτίας, αλλά κοινωνία αιδούς. Δεν χάνεται κανείς προσβάλλοντας τον Θεό, αλλά ατιμαζόμενος. Μια τέτοια ηθική στηρίζεται εξολοκλήρου στην τιμή. Το κριτήριο είναι να μπορεί κανείς να αντικρίζει τον εαυτό του με υπερηφάνεια, αλλά δίχως εγωϊσμό.