του Γιάννου Ευπραξιάδη

Φανταστείτε ότι αποκαλύπτεται πως μέλος της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου ή ακόμη και ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος, λειτουργούσε, εν γνώσει ή εν αγνοία του, ως δίαυλος επιρροής ξένης δύναμης (asset), έχοντας καλλιεργηθεί από διπλωματικά και επιχειρηματικά δίκτυα που συνδέονταν με ξένες υπηρεσίες και χρησιμοποιούνταν για πληροφόρηση, πίεση και «μαλακή επιρροή» σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

Έστω ότι η ΕΥΠ είχε ενδείξεις, αλλά επέλεξε τη σιωπή, είτε επειδή παρακολουθούσε ακόμη το δίκτυο για να αποκαλύψει άλλους εμπλεκόμενους, είτε επειδή δεν ήθελε να δημιουργήσει πολιτική κρίση. Έτσι, η κυβέρνηση μπορεί να μην είχε ενημερωθεί πλήρως, το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων δεν θα είχε αρμοδιότητα παρέμβασης ούτε γνώση και η Εκκλησία θα θεωρούσε ότι κάθε ζήτημα ακεραιότητας «ανήκει στην Πνευματική Δικαιοσύνη».

Το πρόσωπο αυτό θα εξακολουθούσε να έχει δημόσιο λόγο σε εθνικά θέματα, να μιλά με ξένους παράγοντες, να εκπροσωπεί το θρήσκευμα στο εξωτερικό και να επηρεάζει πολιτικές αποφάσεις μέσω της «θεσμικής συνομιλίας» μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας.

Όταν το σκάνδαλο τελικά θα απεκαλύπτετο, η ζημιά θα είχε ήδη γίνει και το αποτέλεσμα θα ήταν ένα τριπλό ναυάγιο ευθυνών: Η Εκκλησία θα δήλωνε αρχικά «εσωτερική υπόθεση» για να καλύψει τον «Ιεράρχη» και κατόπιν ότι δεν θα μπορούσε να είχε κάνει κάτι γιατί δεν είχε γνώση· η Κυβέρνηση θα επικαλούνταν «λόγους απορρήτου» ή ότι δεν μπορούσε να παρέμβει θεσμικά στα διοικητικά της Εκκλησίας· και η ΕΥΠ θα σιωπούσε στο όνομα της εθνικής ασφάλειας, προειδοποιώντας πως «δεν πρέπει να βγουν κι άλλα στη φόρα».

Το παράδειγμα αυτό δεν το γράφω ως ιδέα για σενάριο τηλεοπτικής σειράς, αλλά για να καταδείξω μια μορφή που μπορεί να πάρει το πρόβλημα που απορρέει από το ισχύον σύστημα θεσμικής ασάφειας γύρω από τη λεγόμενη «επικρατούσα» θρησκεία.

Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι δημόσιο νομικό πρόσωπο, αλλά δεν υπάγεται σε πολιτική ή κοινοβουλευτική λογοδοσία· οι κληρικοί της είναι μισθοδοτούμενοι δημόσιοι λειτουργοί, αλλά δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι υπό πειθαρχικό έλεγχο της Πολιτείας. Η δε ΕΥΠ, παρότι υπάγεται απευθείας στον Πρωθυπουργό, δεν έχει θεσμική δικλείδα ενημέρωσης του Υπουργείου ή της Εκκλησίας για τέτοιου είδους κινδύνους.

Αυτό το κενό διασύνδεσης σημαίνει ότι ένα άτομο μπορεί να κινείται επί χρόνια ή και επί δεκαετίες μέσα σε ένα πεδίο υψηλής θεσμικής επιρροής χωρίς κανένας θεσμός να φέρει την ευθύνη της συνολικής εικόνας.

Το πρόβλημα έχει πολλές διαστάσεις, και όσοι ασχολούμαστε με το ζήτημα του διαχωρισμού κράτους και εκκλησίας τις γνωρίζουμε. Ενδεικτικά αναφέρω:
Την εξάρτηση της Εκκλησίας από το Κράτος για οικονομική επιβίωση αλλά και την παράλληλη εργαλειοποίησή της από το Κράτος για κοινωνική νομιμοποίηση, ένα a priori ύποπτο ή ένοχο πάρε-δώσε.
Τη θεσμική ασυνεννοησία που θέλει την Εκκλησία νομικά δημόσια αλλά πολιτικά ανεξέλεγκτη.
Την απουσία διαφάνειας, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση δημοσίευσης πόθεν έσχες ή διαδικασίας διορισμού υψηλόβαθμων κληρικών με τρόπο αντίστοιχο άλλων δημοσίων λειτουργών.
Την πελατειακή ανοχή: Η πολιτική εξουσία διστάζει να συγκρουστεί με την ορθόδοξη Ιεραρχία, από φόβο εκλογικού κόστους. Το κόστος αυτό είναι δυστυχώς πραγματικό, αλλά αν ο διαχωρισμός κράτους και Εκκλησίας ήταν ουσιαστικός, μπορεί να μη χρειαζόταν καν σύγκρουση.
Τον αναλφαβητισμό σε θέματα εθνικής ασφάλειας: δεν υπάρχει σύστημα αξιολόγησης κινδύνου επιρροής για πρόσωπα που μετέχουν σε ευαίσθητες εθνικές επιτροπές ή εκπροσωπούν την Εκκλησία διεθνώς.

Νομίζω πως όλοι όσοι σκεπτόμαστε χωρίς παρωπίδες κατανοούμε πλήρως ότι η συνύπαρξη Εκκλησίας και Πολιτείας χωρίς καθαρά θεσμικά όρια δεν προστατεύει ούτε τη θρησκεία ούτε το κράτος ούτε τη δημοκρατία ούτε την ίδια την πίστη, όταν αυτή μετατρέπεται σε προκάλυμμα εξουσίας.

Κάθε παράδειγμα δυνατής αλληλοκάλυψης ευθυνών, όπως αυτό που δίνω εδώ, δείχνει πως αυτό που παρουσιάζεται ως «συνεργασία των θεσμών στη σφαίρα δικαιοδοσίας του καθενός» είναι απλώς σύμπτωμα θεσμικής παρακμής ή ακαταλληλότητας. Η πνευματική αυθεντία πρέπει να στηρίζεται στη διαφάνεια, όχι στην ασυλία και η εθνική ασφάλεια δεν μπορεί να εξαρτάται από τον «σεβασμό προς τον πνευματικό ρόλο της Εκκλησίας», είτε αυτός ο σεβασμός είναι προσποιητός είτε αυθεντικός αλλά αφελής.