(4ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής) από τον Ιωάννη Μπαχά

Κάποιες φορές σε σκέφτομαι να κλαις πνιχτά και να αγκαλιάζεις τον μεγάλο αδελφό σου, τον Γάλλο, κρυμμένος πίσω από τις βαριές κουρτίνες του Μεγάλου Παλατιού. Οι αιμοδιψείς στρατιώτες της Φρουράς εκτελούσαν με ευχαρίστηση τις εντολές του ξαδέλφου σου Κωνστάντιου: «Σφάξτε τους όλους». Τρέμω μαζί σου και εγώ.

Όταν πάλι είμαι μελαγχολικός, σε ονειρεύομαι να προσεύχεσαι γονατιστός στο φως των κεριών ενώ πίσω από τις κολώνες της εκκλησίας παραφυλούν οι πράκτορες του αυτοκράτορα. Ένα σου μόνο παραστράτημα, μια λάθος λέξη, μια άστοχη χειρονομία, περίμεναν για να σε «καρφώσουν» στον ξάδελφο σου. Πόσο κοντά σου νοιώθω τότε, αφού και εγώ προσωπεία αλλάζω στη ζωή μου, ρόλους παίζω, άλλοτε τέλεια, κάποτε όλο ψεγάδια. Στο σχολείο, στο γραφείο, στην κοινωνική μου ζωή, σχεδόν παντού. Πόσο σε καταλαβαίνω.

Τα έξη χρόνια που έζησες μέσα στη μοναξιά και στον τρόμο κλεισμένος στο «Φρούριο της Λήθης» (όπως ο ίδιος έγραψες στο γράμμα σου), τα έζησα και εγώ μαζί σου. Εξασκούμαι, διαβάζω και γράφω.

Χαίρομαι και πηγαίνω με ενθουσιασμό στις δικές μου σπουδές, όταν σε αναπαριστώ στη φαντασία μου απλά ντυμένο (εσύ ένας πρίγκηπας) να παρακολουθείς τα μαθήματα των φιλοσόφων και των ρητόρων στη Νικομήδεια, στην Αθήνα, στην Έφεσο, παντού όπου άκουγες πως άνθιζε η γνώση και πετούσε η σκέψη και ο λογισμός. Λιτός, απλός, προσήνης, φιλικός και με χαμόγελο πάντα κι' ας σε ξέχασαν γρήγορα και ας σε μίσησαν θανάσιμα λίγα χρόνια αργότερα οι παλιοί σου συμμαθητές. Κάποιους τους είπανε «μεγάλους», άλλους «μελίρυτους», ενώ εσένα.. Αποστάτη!!! Μαθαίνω τα πάντα και εγώ μαζί σου.

Φουσκώνω από περηφάνια όταν φαντάζομαι τις μάχες των λεγεώνων σου που διέλυαν τις βαρβαρικές ορδές και τις έστελναν να σε δοξάζουν με δέος βόρεια από τις όχθες του Ρήνου. Εκεί όπου τις έστειλε ο Καίσαρας Ιουλιανός. Πετάχτηκα και εγώ εκείνο το βράδυ κάθιδρος από τη σκηνή μου από τον ήχο των σπαθιών που χτυπούσαν στις ασπίδες των λεγεωνάριων όταν σε καλούσαν με δάκρυα λατρείας και περηφάνιας να γίνεις ο Αύγουστος τους. Παίρνω μαζί σου το μακρύ δρόμο για την Κωνσταντινούπολη και χαίρομαι ανείπωτα γιατί δεν θα χύσω το αίμα των αδελφών μου λεγεωνάριων αφού ο Κωνστάντιος πεθαίνει πριν συναντηθούμε. Μόνο Πέρσες θα εξολοθρεύω πια. στα όνειρα μου. Πόσο περήφανο με κάνεις!!!

Αγαπάω και εγώ τους Θεούς κι' ας γράφει η ταυτότητα μου κάτι άλλο. Πάω στους γάμους, στα βαφτίσια, στις κηδείες στους ναούς τους με σεβασμό. Προσποιούμαι τον ενθουσιώδη περιηγητή στους Ναούς των Ελλήνων Θεών. Βγάζω φωτογραφίες και αποκτώ αναμνηστικά. Πόσο ντρέπομαι!!! Δεν είμαι, βλέπεις, ο αυτοκράτορας των νεοελλήνων, όπως εσύ ήσουν των Ρωμαίων. Εσύ, που έδωσες το χέρι σου στον τρομαγμένο γέρο ιερέα, στον πιστό που κρύβονταν, που γέμισες αθλητές τα στάδια, θρησκευτές τους ναούς, φοιτητές τις Σχολές. Θυμώνω (και το ομολογώ, πως θα ήθελα να είμαι ο μέγας Θεοδόσιος, όπως τότε στη. Θεσσαλονίκη) και να εκδικηθώ τους Αντιοχείς που σε κορόϊδεψαν για τα γένια σου και εσύ τους απάντησες με ..μια επιστολή!!! Θα 'θελα να είμαι σαν και σένα ανώτερος, μειλήχιος, γεμάτος καλοσύνη, αυταπάρνηση, σεμνότητα, αγάπη για όλους και κυρίως κατανόηση για τους εχθρούς σου. Λύσσα πραγματική με πιάνει.

Κλαίω και χτυπάω απεγνωσμένα τις γροθιές μου στον σάκο πυγμαχίας, τρέχω μέχρι να λιποθυμήσω στο γήπεδο σαν φέρνω τόσο ζωντανά στο νου μου, εκείνον τον «άγιο», τον Μερκούριο, τον προδότη λεγεωνάριο που σε έπληξε πισώπλατα με το δόρυ του κάτω από τα τείχη της Κτησιφώντας, λίγο πριν την κατακτήσεις. Μισώ τους εχθρούς σου από την αγάπη μου για σένα.

Αν αγαπάς αυτόν τον τριαντατριάχρονο άνδρα που κυβέρνησε έναν ολόκληρο κόσμο με τόση πραότητα . Αν θέλεις να του μοιάσεις (μπορεί εσύ να θαυμάζεις τον Αλέξανδρο και δικαίως), τότε πρέπει να παραβείς και εσύ, όπως και αυτός , όλες τις συμβάσεις, του χρόνου, του τόπου, των νόμων. Τότε ίσως αγγίξεις τη Θεότητα. Θα είσαι όντως ένας παραβάτης του κόσμου μας, του κέρδους, του μίσους, της αδιαφορίας, της απληστίας. Ιουλιανέ, θέλω και εγώ να αποστατήσω. Η αγάπη σου δεν πεθαίνει. παραβαίνει.

Σου στέλνω αυτό το μήνυμα πίσω στο 363 μετά τη γέννηση του Θεού τους. Ελπίζω να προλάβει το φθαρτό σου σώμα και να σου πει πως 1653 χρόνια μετά κάποιοι σε αγαπάμε με πάθος Μέγα Ιουλιανέ.