Ωδές
ΕΙΣ ΣΑΜΟΝ
ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΛΟΧΟΝ
Ο ΩΚΕΑΝΟΣ
Ο ΒΩΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ




ΕΙΣ ΣΑΜΟΝ

α'
Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι'
θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.

β'
Αυτή ?και ο μύθος κρύπτει
νουν αληθείας?επτέρωσε
τον Ίκαρον'και αν έπεσεν
ο πτερωθείς κ'επνίγη
θαλασσωμένος,

γ'
Αφ'υψηλά όμως έπεσε,
και απέθανεν ελεύθερος.?
Αν γένης σφάγιον άτιμον
ενός τυράννου,νόμιζε
φρικτόν τον τάφον.

δ'
Μούσα,το Ικάριον πέλαγος
έχεις γνωστόν.Να η Πάτμος,
να αι Κορασσίαι, κ'η Κάλυμνα
'που τρέφει τας μέλισσας
με' αθέριστα άνθη.

ε'
Να της αλόης η νήσος,
και η Κως ευτυχεστάτη,
ήτις του κόσμου εχάρισε
τον Απελλήν και αθάνατον
τον Ιπποκράτην.

ς'
Ιδού και ο μέγας τρόμος
της Ασίας γης, η Σάμος'
πλέξε δι'αυτήν τον στέφανον
υμνητικόν και αιώνιον,
λυρική κόρη.

ζ'
Αυτού,ενθυμάσαι,εγέμιζες
του τέϊου Ανακρέοντος
χαρμόσυνον κρατήρα,
κ'έστρωνες δια τον γέροντα
δροσόεντα ρόδα.

η'
Αυτού, του Ομήρου εδίδασκες
τα δάκτυλα'να τρέχουσι
με'την ωδήν συμφώνως,
όταν τα έργα ιστόρει
θεών και ηρώων.

θ'
Αυτού, τα χρυσά έπη
εμψύχωνες εκείνου,
δι'ου τα νέφη εσχίσθησαν
και των άστρων εφάνηκεν
η αρμονία.

ι'
Ω κατοικία Ζεφύρων,
όταν αλλού του ηλίου
καίουν τα βουνά η ακτίνες,
ή τον χειμώνα η νύκτα
κόπτη τας βρύσεις'

ια'
Εσύ ανθηρόν το στήθος σου,
φαιδρόν τον ουρανόν
έχεις,και από τα δένδρα σου
πολλή πάντοτε κρέμεται
καρποφορία.

ιβ'
Καθώς,προτού νυκτώση,
μέσα εις τον κυανόχροον
αιθέρα, μόνος φαίνεται
λάμπων γλυκύς ο αστέρας
της Αφροδίτης'

ιγ'
Καθώς μυρτιά υπερήφανος
απ'άνθη φορτωμένη
και από δροσιάν αστράπτει,
όταν η αυγή χρυσόζωνος
την χαιρετάη'

ιδ'
Ούτω το κύμα Ικάριον
κτυπούσα η βάρκα, βλέπει
σε εις τα νησιά ανάμεσα
λαμπράν και υψηλοτάτην,
και αγαλλιάζει.

ιε'
Τι εγίνηκαν η ημέραι,
ότε εις τας κορυφάς
του Κερκετέως δενδρόεντος
εχόρευον η τέχναι
στεφανωμέναι

ις'
Έρχονται, ω μακαρία
νήσος, έρχονται πάλιν'
το προμηνύουσι τ'άντρα σου
φλογώδη, εξ ών μυρίαι
μαχαίριαι εκβαίνουν.

ιζ'
Ως η σφήκες μαζώνονται
επί τα ολίγα λείψανα
σπαραγμένης ελάφου,
ή ταύρου οπού εκατάντησε
δείπνον λεαίνης,

ιη'
Αλλ'αν βροντήση εξαίφνης,
πετάουν ευθύς και αφίνουσι
την ποθητήν τροφήν,
υπό τα δένδρα φεύγουσαι
και υπό τους βράχους'

ιθ'
Ούτως, εις τα παράλια
ασιατικά, τα πλήθη
αγαρηνά αναρίθμητα
βλέπω'να επισωρεύωνται,
όμως ματαίως.

κ'
Σάλπιγγα μεγαλόφθογγος
<<οι Σάμιοι>>,κράζει,<<οι Σάμιοι>>
και ιδού τα πόδια τρέμουσι
μυρίων ανδρών και αλόγων
θορυβουμένων.

κα'
<<Οι Σάμιοι>>??και εσκορπίσθησαν
των απίστων αι φάλαγγες.?
Α, τι, ω δειλοί,δεν μένετε,
'να ιδήτε, αν το σπαθί μας
κοπτερόν ήναι

κβ'
Έρχονται,πάλιν έρχονται
χαράς ημέραι, ω Σάμος'
το προμηνύουν οι θρίαμβοι
πολλοί και θαυμαστοί,
'που σε δοξάζουν.

κγ'
Νήσος λαμπρά,ευδαίμονε'
ότε η δουλεία σε αμαύρωνε,
σ'είδον'άμποτε νάλθω
'να φιλήσω το ελεύθερον
ιερόν σου χώμα.

κδ'
Εάν φιλοτιμούμεθα
'να την' ξαναποκτήσωμεν
μ'ιδρώτα και με αίμα,
καλόν είναι το καύχημα
της αρχαίας δόξης.

 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΛΟΧΟΝ

α'
Ας μη βρέξη ποτέ
το σύννεφον, και ο άνεμος
σκληρός, ας μη σκορπίση
το χώμα το μακάριον
'που σας σκεπάζει.

β'
Ας το δροσίση πάντοτε
με τ' αργυρά της δάκρυα
η ροδόπεπλος κόρη?
και αυτού ας ξεφυτρώνουν
αιώνια τ' άνθη.

γ'
Ω γνήσια της Ελλάδος
τέκνα? ψυχαί 'που επέσατε
εις τον αγώνα ανδρείως,
τάγμα εκλεκτών Ηρώων,
καύχημα νέον?

δ'
Σας άρπαξεν η τύχη
την νικητήριον δάφνην,
και από μυρτιάν σας έπλεξε
και πένθιμον κυπάρισσον
στέφανον άλλον.

ε'
Αλλ' αν τις απεθάνη
δια την πατρίδα, η μύρτος
είναι φύλλον ατίμητον,
και καλά τα κλαδιά
της κυπαρίσσου.

ς'
Αφ' ου εις του πρώτου ανθρώπου
τους οφθαλμούς η πρόνοος
φύσις τον φόβον έχυσε,
και τας χρυσάς ελπίδας,
και την ημέραν?

ζ'
Επί το μέγα πρόσωπον
της γης πολυβοτάνου,
ευθύς το ουράνιον βλέμμα
βαθυσκαφή εφανέρωσε
μνήματα μύρια.

η'
Πολλά μεν σκοτεινά?
φέγγει επ' ολίγα τ' άστρον
το της αθανασίας?
την εκλογήν ελεύθερον
δίδει το θείον.

θ'
Έλληνες, της πατρίδος
και των προγόνων άξιοι?
Έλληνες σεις, πως ήθελεν
από σας προκριθείν
άδοξος τάφος;

ι'
Ο Γέρων φθονερός
και των έργων εχθρός,
και πάσης μνήμης, έρχεται?
περιτρέχει την θάλασσαν
και την γην όλην?

ια'
Από την στάμναν χύνει
τα ρεύματα της λήθης,
και τα πάντα αφανίζει.
Χάνονται η πόλεις, χάνονται
βασίλεια κ' έθνη?

ιβ'
Άλλ' ότε πλησιάση
την γην οπού σας έχει,
θέλει αλλάξειν τον δρόμον του
ο Χρόνος, το θαυμάσιον
χώμα σεβάζων.

ιγ'
Αυτού, αφ' ου την αρχαίαν
πορφυρίδα, και σκήπτρον,
δώσωμεν της Ελλάδος,
θέλει φέρειν τα τέκνα της
πάσα μητέρα.

ιδ'
Και δακρυχέουσα θέλει
την ιεράν φιλήσειν
κόνιν, και ειπείν? Τον ένδοξον
λόχον, τέκνα μιμήσατε,
λόχον Ηρώων.

 

Ο ΩΚΕΑΝΟΣ

α'
Γη των θεών φροντίδα,
Ελλάς ,ηρώων μητέρα,
φίλη, γλυκεία πατρίδα μου,
νύκτα δουλείας σ' εσκέπασε,
νύκτα αιώνων.

β'
Ούτω εις το χάος αμέτρητον
των ουρανίων ερήμων,
νυκτερινός εξάπλωσεν
έρεβος τα πλατέα
πένθιμα εμβόλια.

γ'
Και εις την σκοτιάν βαθείαν,
εις το απέραντον διάστημα,
τα φώτα σιγαλέα
κινώνται των αστέρων
λελυπημένα.

δ'
Εχάθηκαν η πόλεις,
εχάθηκαν τα δάση,
κ' η θάλασσα κοιμάται
και τα βουνά ' και ο θόρυβος
παύει των ζώντων.

ε'
Εις τα φρικτά βασίλεια
ομοιάζει του θανάτου
η φύσις όλη ' εκείθεν
ήχος ποτέ δεν έρχεται
ύμνων ή θρήνων.

ς'
Αλλά των μακαρίων
σταύλων ιδού τα ηώα
κάγκελλα η Ώραι ανοίγουσιν,
ιδού τα ακάμαντα άλογα
του Ηλίου εκβαίνουν.

ζ'
Χρυσά, φλογώδη, καίουσι
τους δρόμους του αέρος
τα αμιλλητήρια πέταλα '
τους ουρανούς φωτίζουσι
λάμπουσαι η χαίται.

η'
Τώρα εξανοίγει τ' άνθη
εις τον δροσώδη κόλπον
της γης η αυγή ' και φαίνονται
τώρα των φιλοπόνων
ανδρών τα έργα.

θ'
Τα μυρισμένα χείλη
της ημέρας φιλούσι
το αναπαυμένον μέτωπον
της οικουμένης ' φεύγουσιν
όνειρα, σκότος.

ι'
Ύπνος, σιγή, και πάλιν
τα χωράφια, την θάλασσαν,
τον αέρα γεμίζουσι
και τας πόλεις με' κρότον,
ποίμνια και λύραι.

ια'
Εις του σπηλαίου το στόμα
ιδού προβαίνει ο μέγας
λέων, τον φοβερόν
λαιμόν τετριχωμένον
βρέμων τινάζει.

ιβ'
Ο αετός αφίνει
τους κρημνούς υψηλούς '
κτυπάουσιν η πτέρυγες
τα νέφη, και τον Όλυμπον
η κλαγγή σχίζει.

ιγ'
Έθλιψε την Ελλάδα
νύκτα πολλών αιώνων,
νύκτα μακράς δουλείας,
αισχύνη ανδρών ή θέλημα
των αθανάτων.

ιδ'
Η χώρα τότε εφαίνετο
ναός ηρειπωμένος,
όπου οι ψαλμοί σιγάουσι
και του κισσού τα ατρέμητα
φύλλα κοιμώνται.

ιε'
Ωσάν επί την άπειρον
θάλασσαν των ονείρων
ολίγαι, απηλπισμέναι
ψυχαί νεκρών διαβαίνουσι
με' δίχως βίαν .

ιε'
Ούτως από του Άθωνος
τα δένδρα, έως τους βράχους
της Κυρήθας, κυλίουσα
την άμαξαν βραδείαν,
ουρανόδρομον '

ιζ'
Η τρίμορφος Εκάτη
εθεώρει τα πλοία,
εις του Αιγαίου τους κόλπους
λάμνοντα αδόξως, φεύγοντα
διασκορπισμένα.

ιη'
Συ τότε, ω λαμπροτάτη
κόρη Διός, του κόσμου
μόνη παρηγοριά,
την γην μου συ ενθυμήθηκες,
ω Ελευθερία.

ιθ'
Ήλθ' η θεά ' κατέβη
εις τα παραθαλάσσια
κλειτά της Χίου ' τας χείρας
άπλωσ' ορθή, και κλαίουσα
λέγει τοιάδε '

κ'
- Ωκεανέ, πατέρα
των χορών αθανάτων,
άκουσον την φωνήν μου,
και της ψυχής μου τέλεσον
τον μέγαν πόθον.

κα'
Ένδοξον θρόνον είχον
εις την Ελλάδα ' τύραννοι
προ πολλού τον κρατούσι,
σήμερον συ βοήθησον,
δος μου τον θρόνον.

κβ'
Όταν τους ανοήτους
φεύγω θνητούς, με δέχονται
η πατρικαί σου αγκάλαι '
η ελπίς μου εις την αγάπην σου
στηρίζεται όλη.

κγ'
Είπε ' κ' ευθύς επάνω
εις τας ροάς εχύθη
του Ωκεανού, φωτίζουσα
τα νώτα υγρά και θεία,
πρόφαντος λάμψις.

κδ'
Αστράπτουσι τα κύματα
ως οι ουρανοί, και ανέφελος,
ξάστερος φέγγει ο ήλιος
και τα πολλά νησία
δείχνει του Αιγαίου.

κε'
Πρόσεχε τώρα ' ως άνεμος
σφοδρός μέσα εις τα δάση,
ο αλαλαγμός σηκώνεται '
άκουε των πλεόντων
τα έϊα μάλα.

κς'
Σχισμένη υπό μυρίας
πρώρας αφρίζει η θάλασσα,
τα πτερωμένα αδράχτια
ελεύθερα εξαπλώνονται
εις τον αέρα.

κζ'
Επί την λίμνην ούτως
αυγερινά πετάουσι
τα πλήθη των μελίσσων,
όταν γλυκύ του έαρος
φυσάει το πνεύμα.

κη'
Επί την άμμον ούτω
περιπατούν οι λέοντες
ζητούντες τα κοπάδια,
την θέρμην των ονύχων
εάν αισθανθώσιν '

κθ'
Ούτως, εάν την δύναμιν
ακούσουν των πτερύγων
οι αετοί, το κτύπημα
των βροντών υπερήφανοι
καταφρονούσι.

λ'
Περιλημένα θρέμματα
Ωκεανού, γενναία
και της Ελλάδος γνήσια
τέκνα, και πρωτοστάται
Ελευθερίας '

λα'
Χαίρετε, σεις καυχήματα
των θαυμασίων(Σπετζίας,
Ύδρας, Ψαρών) σκοπέλων,
όπου ποτέ δεν άραξε
φόβος κινδύνου.

λβ'
Κατευοδοίτε! - Ορμήσατε
τα συναγμένα πλοία,
ω ανδρείοι ' σκορπίσατε
τον στόλον, κατακαύσατε
στόλον βαρβάρων.

λγ'
Τα δειλά των εχθρών σας
πλήθη καταφρονήσατε '
την κόμην πάντα ο θρίαμβος
στέφει των υπέρ πάτρης
κινδυνευόντων.

λδ'
Ω επουράνιος χείρα!
σε βλέπω κυβερνούσαν
τα τρομερά πηδάλια,
και των ηρώων η πρώραι
ιδού πετάουν.

λε'
Ιδού κροτούν, συντρίβουσι
τους πύργους θαλασσίους
εχθρών απείρων ' σκάφη,
ναύτας, ιστία, κατάρτια
η φλόγα τρώγει '

λς'
Και καταπίνει η θάλασσα
τα λείψανα ' την νίκην
ύψωσ', ω λύρα ' αν ήρωες
δοξάζωνται, το θείον
φιλεί τους ύμνους.

λζ'
Οθωμανέ υπερήφανε,
που είσαι; νέον στόλον
φέρε, ω μωρέ, και σύναξε '
νέαν δάφνην οι Έλληνες
θέλουν αρπάξειν.

 

Ο ΒΩΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ

α'
Τρέξατε, αδέλφια, τρέξατε,
ψυχαί θερμαί, γενναίαι'
εις τον βωμόν τριγύρω
της πατρίδος αστράπτοντα
τρέξατε πάντες.

β'
Ας παύσωσ' η διχόνοιαι
'που ρίχνουσι τα έθνη
τυφλά, υπό τα σκληρότατα
ονύχια των αγρύπνων
δολίων τυράννων.

γ'
Τρέξατ' εδώ' συμφώνως
τους χορούς ας συμπλέξωμεν,
προσφέρων ο καθένας
λαμπράν θυσίαν, πολύτιμον
εις την πατρίδα.

δ'
Εδώ ας καθιερώσωμεν
τα πάθη μας προθύμως'
τ'άρματα ημείς αδράξαμεν
μόνον δια'να πληγώσωμεν
του Οσμάν τα στήθη.

ε'
Εδώ πάντα τα πλούτη μας
ας χύσωμεν' εν όσω
γυμνόν σπαθί βαστούμεν,
μας φθάνουσι τα φύλλα
τίμια της δάφνης.

ς'
Κ' ύστερ', αφ' ου συντρίψωμεν
τον έχθιστον ζυγόν,
άλλα όχι αβέβαια πλούτη
θέλει μας δώσει πάλιν
η ελευθερία.

ζ'
Εδώ ηδονάς και ανάπαυσιν,
ω φίλοι, ας παραιτήσωμεν'
ξηρή πέτρα το στρώμα,
φαρμάκι το ψωμί
της δουλείας είναι.

η'
Εδώ, σαν αναθήματα,
εις τον βωμόν πλησίον,
τους συγγενείς, τα τέκνα μας
αγαπητά, τους γέροντας
τώρα ας αφήσωμεν.

θ'
Πάντα όσα εις την καρδίαν μας
είναι ακριβή, δεν πρέπουσιν
εις άνδρας'που τρομάζουν
έμπροσθεν εις ανόητον
βάρβαρον σκήπτρον.

ι'
Ούτε η ζωή δεν πρέπει.
Τρέξατε, αδέλφια, τρέξατε'
συμμέτρως εχορεύσαμεν,
σύμμετρα ας αποθάνωμεν
δια την πατρίδα.