Βαλέριος Μάξιμος, έτος 18 μ.α.χ.χ.

Το έθιμον τούτο το παρετήρησα εις την νήσον Κέω, καθ΄ ην εποχήν μεταβαίνων εις Ασίας μετά του Σέξτου Πομπηίου εισήλθον εις την πόλιν της Ιουλίδος. Εκεί, γυνή τις εκ των της υψηλής περιωπής, αλλά παρά πολύ ηλικιωμένη, απεφάσισεν, αφού έδωκε λόγον εις τους συμπολίτας της περί των αιτιών, ών ένεκα εζήτει ν΄ αφήση την ζωήν, ν΄ αποθάνη δια του δηλητηρίου. Εκολακεύετο άλλως τε ότι η παρουσία του Πομπηίου ήθελε δώσει περισσοτέραν λαμπρότητα εις τον θάνατόν της. Η παράκλησίς της έγινε δεκτή από το ένδοξο πρόσωπον, το οποίον ήνωνε προς πάσαις ταίς αρεταίς την της σπανίας φιλανθρωπίας.

Πορευθείς λοιπόν εις την οικίαν αυτής, εύρεν αυτήν και προσεπάθησε δια λόγων ευφραδών, οίτινες έρρεον από του στόματός του ως από ακενώτου πηγής, να την αποτρέψη του σκοπού της. Μετά μακράς και ματαίας προσπαθείας απεφάσισε να της επιτρέψη την εκτέλεσιν. Η γυνή αύτη, υπερενενηκοντούτις, αλλ΄ εντελώς σώας τας φρένας και το σώμα, ήτο εξηπλωμένη επί της κλίνης της, ήτις ήτο διεσκευσμένη μετά περισσοτέρας επιμελείας ή κατά το σύνηθες.

Στηριχθείσα έπειτα επί του αγκώνος: «Σέξτε Πομπήιε», είπεν, «είθε οι Θεοί, τους οποίους αφήνω και όχι εκείνοι τους οποίους πηγαίνω να εύρω, ν΄ αποδώσωσι προς σε τας χάριτας, όστις δεν απηξίωσας μήτε να με παροτρύνης να ζήσω μήτε να με ίδης θνήσκουσαν. Δι εμέ, ήτις είδον πάντοτε την τύχη μειδιώσα, θέλω, φοβούμενη μήπως η αγάπη προς την ζωήν μ΄ εκθέση εις σκληράς μεταβολάς, ν΄ ανταλλάξω το λοιπόν των ημερών μου αντί τέλους ευτελεστάτου, το οποίον μοι επιτρέπει ν΄ αφήσω κατόπιν μου δύο θυγατέρας και επτά εγγονούς».

Μετά τους λόγους τούτους προέτρεψε τα τέκνα της εις ομόνοιαν, διένειμεν αυτοίς την περιουσία της, ενεπιστεύθη εις την πρεσβυτέραν των θυγατέρων της όλα τα ιερά αντικείμενα της λατρείας, έλαβε χειρί σταθερά το ποτήριον, εις ό ήτο το δηλητήριο, εποίησε σπονδάς εις τον Ερμήν παρακαλούσα αυτόν να την οδηγήση δι οδού ευκόλου εις την ευτυχεστέραν χώραν του Άδου και έπιεν απλήστως το θανατηφόρο ποτόν. Έδειξεν αλληλοδιαδόχως ποία μέρη του σώματός της το ψύχος κατελάμβανε και, όταν ησθάνθη ότι κυριεύει τα σπλάχνα της και την καρδιά της, προσεκάλεσε τας θυγατέρας της εις την εκπλήρωσιν του τελευταίου καθήκοντος, να κλείσωσι τους οφθαλμούς της. Ημείς εκστατικοί προ του καινοφανούς θεάματος απήλθομεν δακρυρροούντες.