Ομιλία του Κώστα Κεχαγιά, στελέχους του Υπάτου Συμβουλίου των Ελλήνων Εθνικών, που εκφωνήθηκε στην εκδήλωση του Παγκόσμιου Φιλοσοφικού Φόρουμ με αφορμή την «Παγκόσμια Ημέρα Φιλοσοφίας»

Η εποχή που γεννήθηκε η φιλοσοφία του Στωικισμού, είναι μια εποχή πολιτικοκοινωνικών ανακατατάξεων στον ελληνικό κόσμο, με ταυτόχρονη πολιτιστική όσμωση στα θρησκευτικά κυρίως ήθη, η οποία κατευθύνονταν από την ανατολή προς την Ελλάδα. Είναι πλέον αδύνατο, η πολιτική πρόταση των Πόλεων που στηρίζονταν στην αυτοθέσμιση και την στρατιωτική αυτονομία, να σταθούν απέναντι στην «αρχή του ενός» που κυριαρχεί αυτή την περίοδο. Η κύρια αιτία γι αυτή την αδυναμία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις ποσοτικές διαφορές ανάμεσα στις μεμονωμένες Πόλεις από τη μία, και την αυτοκρατορία από την άλλη. Οι ελληνικές Πόλεις αναγκάζονται να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα τα οποία παραγκωνίζουν την πολιτική αυτοθέσμιση και επιβάλλουν την πολιτική ετερονομία στον ελληνικό κόσμο.

Η νέα πολιτική κατάσταση σε ορισμένες περιπτώσεις επέδρασε με έναν μη εύσχημο τρόπο πάνω στα παραδοσιακά πολιτικά νομιζόμενα των Ελλήνων. Η παρουσίαση της Ελευθερίας σαν οικειοθελής παροχή του ηγεμόνα προς τους υπηκόους, ήταν εξωφρενικό να υποστηρίζεται στον ελληνικό κόσμο και αποτέλεσε ένα εξ’ ολοκλήρου ξένο σώμα στην καθιερωμένη ελληνική αντίληψη περί της Ελευθερίας. Η νέα αυτή εποχή θα καταργήσει ή θα υπονομεύσει τη βουληφόρο αγορά, σαν τον ενδιάμεσο θεσμό ανάμεσα στον πολίτη και την εξουσία, και οι σχέσεις εξουσίας θα καθοριστούν δίχως την παρεμβολή ενεργών θεσμών που θα «φιλτράρουν» τις τυχόν εκατέρωθεν εκτροπές. Πλέον ο ηγεμόνας εξουσιάζει κατευθείαν τον υπήκοο.

Μαζί με τη βουλή όμως καταργείται και η οργανικότητα της πόλεως και η κοινωνική πίεση που άρχισε να αυξάνεται λόγω αυτής της κατάργησης, βρίσκει διέξοδο στη Φιλοσοφία! Η κοινωνική πίεση που επέφερε η βασιλεία της ετερονομίας πάνω στα ελληνικά πράγματα μπορεί ν΄αποτιμηθεί από τη δημιουργία αυτής της περιόδου, πέντε νέων φιλοσοφικών ρευμάτων. Ο Ζήνων το 310-313π.α.χ.χ. ιδρύει τον Στωικισμό κάτω από την Ποικίλη Στοά των Αθηνών, ο Επίκουρος το 307π.α.χ.χ. ιδιωτεύει μακριά από τα κοινά στον «Κήπο» του, ο Αντισθένης περίπου το 300π.α.χ.χ. διδάσκει την «Κυνική» φιλοσοφία στους δρόμους της Αθήνας, ο Πύρρων (365-275π.α.χ.χ.) σκαρώνει χωρίς αμφιβολία του «Σκεπτικούς», ο Αρίστιππος 435-355π.α.χ.χ. δηλώνει αχαλίνωτος «ηδονοθήρας», μελετώντας σε αυλές τυράννων τις δυνατότητες της ηδονιστικής φιλοσοφίας του.

Ο στωικισμός λοιπόν που γεννιέται ως αντίλογος στην πολιτική ετερονομία της εποχής του, θα αποτελέσει έναν χρηστικό οδηγό πνευματικής επιβίωσης του ατόμου, το οποίο καλείται να αντιμετωπίσει την απουσία κοινοτικής οργανικότητας και ταυτόχρονα να παραμείνει ελεύθερο μέσα σε ένα δυσμενές περιβάλλον. Μέχρι τότε η θέσμιση του νόμου ήταν στην ευθύνη της Πόλεως, και δικαίως οι πολίτες υφίσταντο τις συνέπειες των νόμων που ψήφιζαν, σε αυτή τη νέα εποχή τουλάχιστον για τα πολιτικά ήθη της Ελλάδος, ο νόμος υπαγορεύονταν από τον ηγεμόνα προς τους υπηκόους, και αυτό τον καθιστούσε ως μη ανταποκρινόμενο προς το κριτήριο της δικαιοσύνης. Καθώς ο ηγεμόνας μπορούσε να νομοθετεί με μοναδικό γνώμονα το προσωπικό του συμφέρον. Έτσι η αντινομία ανάμεσα στο φυσικό και το θετό δίκαιο, ανάμεσα στη Φύση και το Νόμο, επανέρχεται για να ταλανίσει και τον στωικισμό. Ο στωικισμός στη θέση της καταργηθείσας βουλής η οποία θα δύνατο να αντιπαρατεθεί στον ηγεμόνα, επιλέγει να σταθεί στο πλευρό της αυτοθέσμισης, επιλέγει το φυσικό δίκαιο, ανάμεσα στο Νόμο και τη Φύση, επιλέγει το «κατά φύσιν ζην». Σε μια Φύση στην οποία θα αποδώσει στους αιώνες της πνευματικής του ακμής όλα εκείνα να στοιχεία που θα της αναγνωρίσουν την φιλοσοφική της διάσταση, ώστε να γίνει πραγματική γνώση και διδάξιμη Αρετή. Η φιλοσοφική ατραπός του στωικισμού που θα ασκεί επίδραση έως τις μέρες μας, ήρθε στο «φαίνεσθαι» από τον Ζήνωνα τον Κυτιέα το 310 περίπου π.α.χ.χ., κάτω από την Ποικίλη Στοά των Αθηνών.

Αξίζει να χαρίσουμε μία παρέκβαση στην αντίδραση της ελληνικής κοσμοαντίληψης απέναντι στην πολιτική ετερονομία, καθώς αποτέλεσε μία ανάδυση της εγγενούς λογικής από τον βαθύ πυρήνα της στοχαστικής της δυνάμεως.

Η κάθε κοσμοαντίληψη διέπεται από μια ορισμένη «εγγενή λογική» η οποία φτιάχνει και το κοσμοείδωλο αυτού που αποκαλούμε «Όντος Ον». Με τη σειρά της αυτή η «εγγενής λογική» κωδικοποιείται σε γλώσσα μέσω της μυθολογικής αφήγησης που εξιστορεί η θρησκεία στοχαζόμενη την οντολογία του Είναι. Όταν η κοσμοαντίληψη εξωτερικευτεί και πραγματωθεί σε κοινωνίες, πολιτισμό, και Έθνη δημιουργεί ταυτόχρονα και σχέσεις, δομές, πρότυπα, κλίμακες αξιών. Όλες αυτές οι κατασκευές όμως φέρουν εντός τους όλα εκείνα τα δομικά στοιχεία που προϋπήρξαν μέσα στο σύμπαν σημασιών και αποτιμήσεων της κάθε συγκεκριμένης κοσμοαντίληψης. Έχουν δε εγγραφεί στο συλλογικό φαντασιακό των ανθρώπων και ανακαλούνται όταν οι κοινωνίες ή/και τα άτομα υποχρεώνονται από την Ανάγκη να δημιουργήσουν θεσμούς, ιεραρχήσεις, σχέσεις. Το ζήτημα του μετασχηματισμού της κοινωνίας λοιπόν δεν είναι ούτε πολιτικό, ούτε οικονομικό, ούτε ταξικό, αλλά είναι βαθύτατα οντολογικό.

Όταν οι κοσμοαντιλήψεις είναι διαφορετικές επόμενο είναι να δημιουργήσουν και διαφορετικά εθνικά, θρησκευτικά, αξιακά αφηγήματα, και εν τέλει διαφορετικές κοινωνίες. Η κοσμοθέαση του μονοθεϊσμού αντλεί από τα δομικά στοιχεία της αυταρχίας, της υποταγής και της ανελευθερίας και φτιάχνει τις ανάλογες κοινωνίες και τους ανάλογους τύπους ανθρώπου. Αντίθετα η κοσμοαντίληψη του πολυθεϊσμού, μέσα από την οποία «έβλεπαν» και οι διδάσκαλοι του στωικισμού, αντλεί δομικά στοιχεία από την Ελευθερία, την Ευθύνη, τη Δικαιοσύνη, τον Λόγο, και δημιουργεί, δίχως να είναι αυτός ο σκοπό της και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, Φιλοσοφία, Θέατρο, Ποίηση, Ανδρεία, Αυτοθέσμιση, Ανθρωπισμό. Δεν θα ήταν παράτολμο λοιπόν να συμπεράνουμε ότι η πίεση που άσκησε η πολιτική ετερονομία πάνω στον ελληνικό τρόπο σκέψης γέννησαν τη φιλοσοφική σχολή του στωικισμού, στα διδάγματα του οποίου θεμελιώθηκε η έννοια του Ανθρωπισμού.
Για τον Στωικισμό το εκδηλωμένο κομμάτι του Όντως Όντος κυριαρχείται με θαυμαστή αρμονία από ένα ζεύγος αντιθέτων, το «ποιούν» και το «πάσχον» με το πρώτο να είναι η ενεργητική αρχή ο « Θείος Λόγος», και το δεύτερο η παθητική «Ύλη». Η δε Ειμαρμένη εποπτεύει αυτό το ζεύγος αντιθέτων, ως την Ανάγκη για να συνεχίσει ο Κόσμος να Είναι. Μέσα σε αυτά τα όρια ο Στωικισμός δείχνει τον δρόμο στον άνθρωπο, έναν δρόμο άτεγκτης Αρετής, να ξεφύγει από τη φαυλότητα και να γίνει Σοφός. Αντίθετα από το αναμενόμενο ο Στωικισμός υποστηρίζει ότι ο Σοφός ούτε έχει υπάρξει, αλλά ούτε και θα υπάρξει! Μια παραδοξότητα που φαίνεται να αναιρεί ακόμα και την ύπαρξη της ίδιας της φιλοσοφικής σχολής, καθώς οι ίδιοι οι σχολάρχες της υποστηρίζουν ότι όχι μόνο οι μαθητές αλλά και οι ίδιοι δεν έχουν καταφέρει αυτό στο οποίο ασκούνται! Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ο «Σοφός» τίθεται ως το υψηλότερο πρότυπο που μπορεί να κατακτήσει ένας θνητός, στην ουσία πρόκειται για μια πορεία προς το Αγαθό χωρίς τέλος, καθώς όσο πλησιάζει ο Σοφός τόσο επιφαίνονται και νέες πνευματικές δυνατότητες που τον φέρουν ακόμα πιο κοντά στο Αγαθό. Αλλά πάντα θα έχει μια μικρότερη κάθε φορά απόσταση να διανύσει, μέσα σε έναν αέναο κύκλο διεύρυνσης της ανθρώπινης συνείδησης.

Ο κύριος σκοπός του Στωικισμού είναι η «Εύροια Βίου», η γαλήνια ψυχική κατάσταση απέναντι σε κάθε τι που μπορεί να συμβεί, όσο «άσχημο» κι αν είναι αυτό για τις ιεραρχήσεις των ανθρώπων. Ο δρόμος προς αυτή τη γαλήνια ψυχική κατάσταση περνά υποχρεωτικά από αυτό που οι στωικοί όρισαν ως «Απάθεια». Μια εξίσου παρεξηγημένη έννοια του Στωικισμού που διαστρεβλώθηκε σαν τάχα ξερίζωμα της ανθρώπινης υπόστασης. Για τους στωικούς το «Πάθος» ορίζεται ως η άλογη κίνηση της ψυχής προς την άμετρη εκπλήρωση των ορμών, των επιθυμιών και των ενστίκτων. Ο «Σοφός» του στωικισμού ασκείται στην «Απάθεια» περνώντας από διαδοχικές κρησάρες του κριτηρίου της Αληθείας, αυτές τις άλογες κινήσεις της ψυχής, και τις μετατρέπει σε εκλογικευμένη βούληση. Ωστόσο τα «Πάθη» είναι σύμφυτα με την ανθρώπινη ύπαρξη και ο στωικός «Σοφός» δεν τα αρνείται, δεν τα καταπιέζει, τα εκλογικεύει και τα αφήνει να εκπληρωθούν μόνο όσο είναι ανάγκη για να χορτάσει την πείνα του, δεν επιτρέπει στον εαυτό του ούτε το ελάχιστο παραπάνω.
Ο στωικός «Σοφός» δεν είναι μάρτυρας που αναζητά βασανιστήρια για να κατακτήσει μια δήθεν αγιότητα. Δεν είναι αναίσθητος στον πόνο του διπλανού του, συμπονάει, αλλά δεν αφήνει αυτό τον πόνο να το παρασύρει και να τον κυριεύσει. Η βοήθεια που προσφέρει δεν τον υποδουλώνει στον ίδιο ζυγό του βασάνου και της δυστυχίας, αλλά εξασκεί τον συνάνθρωπο του ν’ αντιμετωπίζει μόνος του τα βάρη, αυτά που τον οδηγούν μακριά από το πρότυπο του «Σοφού», και κατ’ επέκταση μακρύτερα της «Ευδαιμονίας». Για τον «Σοφό» δεν υπάρχει ελπίδα ούτε στο εδώ, ούτε στο επέκεινα και κυρίως δεν υπάρχει πουθενά, πέραν της δικής μας ευθύνης. Ο Στωικισμός ασκεί τον Άνθρωπο να στέκει όρθιος και όχι ορθούμενος, και εμείς είμαστε οι μοναδικοί υπεύθυνοι για να το κατορθώσουμε αυτό. Το πρότυπο του στωικού «Σοφού» συνεισφέρει στην πορεία του «Ηγεμονικού» μέρους της ψυχής προς το Αγαθό, το Αληθές, το Αιώνιο, προς τον Λόγο του σύμπαντος, αποσπασμένο κομμάτι του οποίου αποτελεί και το αθάνατο μέρος της Ψυχής.

Ο «Σοφός» τοποθετείται στην υψηλότερη ανθρώπινη βαθμίδα, ψηλότερα και από τον βασιλέα, φίλος των Θεών και όμοιός τους. Στο μόνο σημείο που διαφέρει από τους Θεούς βρίσκεται στην αγαθοποιό δύναμη και στη θνητότητα. Ο «Σοφός» έχει κατανικήσει τα πάθη και με οδηγό το Ηγεμονικό, τον θεϊκό Λόγο της Δικαιοσύνης να τον καθοδηγεί, πορεύεται προς την ομοίωση με τους Θεούς, οιονεί νεκρός αναμένει να διαβεί από την άλλη πλευρά, δίχως τρόμο μπροστά στον σωματικό θάνατο, χωρίς αγωνία για μεταθανάτιες κρίσεις και τιμωρίες. Όταν διαβεί και αυτό το έσχατο για τα θνητά, κατώφλι, το Ηγεμονικό του «Σοφού» επανενώνεται με το όλο, την κοσμική Ψυχή, τον Αιώνιο Λόγο. Ο στωικός «Σοφός» δεν εμφορείται από προσωπικό όφελος, προσφέρει στον Κόσμο και τους συνανθρώπους του αυτό που έχει κατορθώσει με τον εαυτό του. Αναμένει να δει τη στιγμή της εκπύρωσης του σύμπαντος όταν όλη η Ύλη μετατραπεί σε Θείο Λόγο, και ο Κόσμος αναδυθεί αφ’ εαυτού και επανακοσμήσει με Σοφία το Είναι ως Κόσμημα που τον χαίρονται Θεοί και Άνθρωποι, ως λογική σχέση των πρώτων αιτιών που απαιτεί εξίσου λογική σύλληψη για να κατανοηθεί.

Εμείς υπάρχουμε ως είδος διότι συναντιούνται η Αιωνιότητα με τον Χρόνο, πλέουμε μέσα σε αυτό τον ωκεανό του Είναι και η προσωπική μας πορεία είναι ήδη προδιαγεγραμμένη από την Ειμαρμένη, η μόνη επιλογή που έχουμε είναι να διαλέξουμε ανάμεσα στο φαύλο και τον «Σοφό» του στωικισμού. Η μοναδική μας επιλογή είναι και η μοναδική μας ευθύνη, το αν θα επιλέξουμε να ζήσουμε κατά Φύση ή όχι, θα καθορίσει και το αν θα φιλοσοφήσουμε ή θα προσκυνήσουμε.

Κώστας Κεχαγιάς